βλιμάζειν

βλιμάζω
feel
pres inf act (attic epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βλίττω — (Α) κόβω την κερήθρα και τρυγάω το μέλι. [ΕΤΥΜΟΛ. < *μλι τιω, μετονοματικό παράγωγο (με μηδενισμένη βαθμίδα) < μελιτ , μέλι. Οι συσχετισμοί της λ. με τα βλιμάζειν και μαλάσσειν αποτελούν υποθέσεις αβάσιμες] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.